συνοδεύοντες
<< συνίστησιν
συνοδεύοντες

συνοδεύοντες (synodeuontes) — 1 Occurrence

Acts 9:7 V-PPA-NMP
BIB: ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν
NAS: The men who traveled with him stood
KJV: the men which journeyed with him stood
INT: [the] men who were travelling with him stood


Strong's Greek 4922
1 Occurrence


συνοδεύοντες — 1 Occ.

συνιστάνειν — 1 Occ.
συνιστάνω — 1 Occ.
συνιστάνων — 1 Occ.
συνιστάνομεν — 1 Occ.
συνιστάνοντες — 1 Occ.
συνιστανόντων — 1 Occ.
συνίσταντες — 1 Occ.
συνίστασθαι — 1 Occ.
Συνίστημι — 1 Occ.
συνίστησιν — 3 Occ.
συνοδίᾳ — 1 Occ.
συνοικοῦντες — 1 Occ.
συνοικοδομεῖσθε — 1 Occ.
συνομιλῶν — 1 Occ.
συνομοροῦσα — 1 Occ.
συνοχὴ — 1 Occ.
συνοχῆς — 1 Occ.
συνέταξεν — 3 Occ.
συντέλεια — 4 Occ.
συντελείας — 2 Occ.


<< συνίστησιν
συνοδεύοντες

Englishman's Greek Concordance