συνεσταυρώθη
<< συνεσταυρωμένοι
συνεσταυρώθη

συνεσταυρώθη (synestaurōthē) — 1 Occurrence

Romans 6:6 V-AIP-3S
BIB: ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ
NAS: self was crucified with [Him], in order
KJV: man is crucified with [him], that
INT: of us man was crucified with [him] that might be annulled


Strong's Greek 4957
5 Occurrences


συνεσταύρωμαι — 1 Occ.
συνεσταυρωμένοι — 1 Occ.
συνεσταυρώθη — 1 Occ.
συσταυρωθέντες — 1 Occ.
συσταυρωθέντος — 1 Occ.

σύρει — 1 Occ.
σύρων — 1 Occ.
σύροντες — 1 Occ.
συνεσπάραξεν — 2 Occ.
σύσσημον — 1 Occ.
σύσσωμα — 1 Occ.
στασιαστῶν — 1 Occ.
συστατικῶν — 1 Occ.
συνεσταύρωμαι — 1 Occ.
συνεσταυρωμένοι — 1 Occ.
συσταυρωθέντες — 1 Occ.
συσταυρωθέντος — 1 Occ.
συνεσταλμένος — 1 Occ.
συνέστειλαν — 1 Occ.
συστενάζει — 1 Occ.
συστοιχεῖ — 1 Occ.
συστρατιώτῃ — 1 Occ.
συστρατιώτην — 1 Occ.
Συστρεφομένων — 1 Occ.
συστρέψαντος — 1 Occ.


<< συνεσταυρωμένοι
συνεσταυρώθη

Englishman's Greek Concordance