σκανδαλισθῇ
<< σκανδαλίσωμεν
σκανδαλισθῇ

σκανδαλισθῇ (skandalisthē) — 2 Occurrences

Matthew 11:6 V-ASP-3S
BIB: ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί
NAS: is he who does not take offense at Me.
KJV: shall not be offended in me.
INT: if not shall fall away in me

Luke 7:23 V-ASP-3S
BIB: ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί
NAS: is he who does not take offense at Me.
KJV: shall not be offended in me.
INT: if not shall fall away in me


Strong's Greek 4624
29 Occurrences


ἐσκανδαλίσθησαν — 1 Occ.
ἐσκανδαλίζοντο — 2 Occ.
σκανδαλίσῃ — 3 Occ.
σκανδαλίσω — 1 Occ.
σκανδαλίσωμεν — 1 Occ.
σκανδαλισθῇ — 2 Occ.
σκανδαλισθήσεσθε — 2 Occ.
σκανδαλισθήσομαι — 1 Occ.
σκανδαλισθήσονται — 3 Occ.
σκανδαλισθῆτε — 1 Occ.
σκανδαλίζῃ — 3 Occ.
σκανδαλίζει — 6 Occ.
σκανδαλίζεται — 2 Occ.
σκανδαλίζονται — 1 Occ.

σιωπήσῃ — 1 Occ.
σιωπήσῃς — 1 Occ.
σιωπήσωσιν — 1 Occ.
σιωπήσουσιν — 1 Occ.
σιωπῶν — 1 Occ.
ἐσκανδαλίσθησαν — 1 Occ.
ἐσκανδαλίζοντο — 2 Occ.
σκανδαλίσῃ — 3 Occ.
σκανδαλίσω — 1 Occ.
σκανδαλίσωμεν — 1 Occ.
σκανδαλισθήσεσθε — 2 Occ.
σκανδαλισθήσομαι — 1 Occ.
σκανδαλισθήσονται — 3 Occ.
σκανδαλισθῆτε — 1 Occ.
σκανδαλίζῃ — 3 Occ.
σκανδαλίζει — 6 Occ.
σκανδαλίζεται — 2 Occ.
σκανδαλίζονται — 1 Occ.
σκάνδαλα — 4 Occ.
σκανδάλων — 1 Occ.


<< σκανδαλίσωμεν
σκανδαλισθῇ

Englishman's Greek Concordance