προσεύχονται
<< προσευχόμεθα
προσεύχονται

προσεύχονται (proseuchontai) — 1 Occurrence

Luke 20:47 V-PIM/P-3P
BIB: προφάσει μακρὰ προσεύχονται οὗτοι λήμψονται
NAS: and for appearance's sake offer long
KJV: long prayers: the same
INT: as a pretext at great length pray These will receive


Strong's Greek 4336
86 Occurrences


προσηύχετο — 5 Occ.
προσηύξαντο — 1 Occ.
προσηύξατο — 7 Occ.
προσεύχῃ — 1 Occ.
προσεύχησθε — 2 Occ.
προσεύχεσθαι — 6 Occ.
προσεύχεσθε — 14 Occ.
προσευχέσθω — 2 Occ.
προσεύχεται — 2 Occ.
προσεύχωμαι — 1 Occ.
προσεύχομαι — 1 Occ.
προσευχομένη — 1 Occ.
Προσευχόμενοι — 11 Occ.
προσευχόμενον — 3 Occ.
προσευχόμενος — 5 Occ.
προσευχομένου — 2 Occ.
προσευχόμεθα — 1 Occ.
προσεύχονται — 1 Occ.
πρόσευξαι — 1 Occ.
προσευξάμενοι — 5 Occ.
προσευξάμενος — 1 Occ.
προσεύξασθαι — 6 Occ.
προσευξάσθωσαν — 1 Occ.
προσεύξηται — 1 Occ.
προσεύξωμαι — 2 Occ.
προσευξώμεθα — 1 Occ.
προσεύξομαι — 2 Occ.

προσευχέσθω — 2 Occ.
προσεύχεται — 2 Occ.
προσεύχωμαι — 1 Occ.
προσεύχομαι — 1 Occ.
προσευχομένη — 1 Occ.
Προσευχόμενοι — 11 Occ.
προσευχόμενον — 3 Occ.
προσευχόμενος — 5 Occ.
προσευχομένου — 2 Occ.
προσευχόμεθα — 1 Occ.
πρόσευξαι — 1 Occ.
προσευξάμενοι — 5 Occ.
προσευξάμενος — 1 Occ.
προσεύξασθαι — 6 Occ.
προσευξάσθωσαν — 1 Occ.
προσεύξηται — 1 Occ.
προσεύξωμαι — 2 Occ.
προσευξώμεθα — 1 Occ.
προσεύξομαι — 2 Occ.
πρόσεχε — 1 Occ.


<< προσευχόμεθα
προσεύχονται

Englishman's Greek Concordance