πληροφορείσθω
<< πληροφορηθεὶς
πληροφορείσθω

πληροφορείσθω (plērophoreisthō) — 1 Occurrence

Romans 14:5 V-PMM/P-3S
BIB: ἰδίῳ νοῒ πληροφορείσθω
NAS: [alike]. Each person must be fully convinced in his own
KJV: every man be fully persuaded in
INT: own mind let be fully assured


Strong's Greek 4135
6 Occurrences


πεπληροφορημένων — 1 Occ.
πεπληροφορημένοι — 1 Occ.
πληροφόρησον — 1 Occ.
πληροφορηθῇ — 1 Occ.
πληροφορηθεὶς — 1 Occ.
πληροφορείσθω — 1 Occ.

πλημμύρης — 1 Occ.
πλὴν — 32 Occ.
πλήρη — 1 Occ.
πλήρης — 10 Occ.
πλήρεις — 5 Occ.
πεπληροφορημένων — 1 Occ.
πεπληροφορημένοι — 1 Occ.
πληροφόρησον — 1 Occ.
πληροφορηθῇ — 1 Occ.
πληροφορηθεὶς — 1 Occ.
πληροφορίᾳ — 2 Occ.
πληροφορίαν — 1 Occ.
πληροφορίας — 1 Occ.
ἐπλήρωσαν — 2 Occ.
ἐπλήρωσεν — 4 Occ.
ἐπληρώθη — 7 Occ.
ἐπλήρου — 1 Occ.
ἐπληροῦντο — 2 Occ.
ἐπληροῦτο — 1 Occ.
πεπληρώκατε — 1 Occ.


<< πληροφορηθεὶς
πληροφορείσθω

Englishman's Greek Concordance