περιεσπᾶτο
<< περιρήξαντες
περιεσπᾶτο

περιεσπᾶτο (periespato) — 1 Occurrence

Luke 10:40 V-IIM/P-3S
BIB: δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν
NAS: But Martha was distracted with all
KJV: But Martha was cumbered about much
INT: but Martha was distracted about much


Strong's Greek 4049
1 Occurrence


περιεσπᾶτο — 1 Occ.

περιέπειραν — 1 Occ.
περιέπεσεν — 1 Occ.
περιπέσητε — 1 Occ.
περιπεσόντες — 1 Occ.
περιεποιήσατο — 1 Occ.
περιποιήσασθαι — 1 Occ.
περιποιοῦνται — 1 Occ.
περιποιήσεως — 1 Occ.
περιποίησιν — 4 Occ.
περιρήξαντες — 1 Occ.
περισσεία — 1 Occ.
περισσείαν — 3 Occ.
περίσσευμα — 2 Occ.
περισσεύματα — 1 Occ.
περισσεύματος — 2 Occ.
ἐπερίσσευον — 1 Occ.
ἐπερίσσευσαν — 1 Occ.
ἐπερίσσευσεν — 4 Occ.
περισσεύῃ — 2 Occ.
περισσεύητε — 4 Occ.


<< περιρήξαντες
περιεσπᾶτο

Englishman's Greek Concordance