περιβαλεῖται
<< περιβάληται
περιβαλεῖται

περιβαλεῖται (peribaleitai) — 1 Occurrence

Revelation 3:5 V-FIM-3S
BIB: νικῶν οὕτως περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις
NAS: will thus be clothed in white
KJV: the same shall be clothed in
INT: overcomes thus will be clothed in garments


Strong's Greek 4016
23 Occurrences


περιβάλῃ — 1 Occ.
περιβάληται — 1 Occ.
περιβαλεῖται — 1 Occ.
περιβαλώμεθα — 1 Occ.
περιβαλὼν — 1 Occ.
Περιβαλοῦ — 1 Occ.
περιβεβλημένη — 3 Occ.
περιβεβλημένοι — 2 Occ.
περιβεβλημένον — 2 Occ.
περιβεβλημένος — 2 Occ.
περιβεβλημένους — 2 Occ.
περιεβάλετέ — 2 Occ.
περιεβάλετο — 2 Occ.
περιεβάλομεν — 1 Occ.
περιέβαλον — 1 Occ.

περιάγων — 1 Occ.
περιῆγεν — 3 Occ.
περιαιρεῖται — 1 Occ.
περιῃρεῖτο — 1 Occ.
περιελεῖν — 1 Occ.
περιελόντες — 2 Occ.
περιαστράψαι — 1 Occ.
περιήστραψεν — 1 Occ.
περιβάλῃ — 1 Occ.
περιβάληται — 1 Occ.
περιβαλώμεθα — 1 Occ.
περιβαλὼν — 1 Occ.
Περιβαλοῦ — 1 Occ.
περιβεβλημένη — 3 Occ.
περιβεβλημένοι — 2 Occ.
περιβεβλημένον — 2 Occ.
περιβεβλημένος — 2 Occ.
περιβεβλημένους — 2 Occ.
περιεβάλετέ — 2 Occ.
περιεβάλετο — 2 Occ.


<< περιβάληται
περιβαλεῖται

Englishman's Greek Concordance