παραλυτικός
<< παραλυτικὸν
παραλυτικός

παραλυτικός (paralytikos) — 2 Occurrences

Matthew 8:6 Adj-NMS
BIB: τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός δεινῶς βασανιζόμενος
NAS: is lying paralyzed at home,
KJV: home sick of the palsy, grievously
INT: the house paralyzed grievously tormented

Mark 2:4 Adj-NMS
BIB: ὅπου ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο
NAS: on which the paralytic was lying.
KJV: wherein the sick of the palsy lay.
INT: on which the paralytic was lying


Strong's Greek 3885
10 Occurrences


παραλυτικῷ — 5 Occ.
παραλυτικὸν — 2 Occ.
παραλυτικός — 2 Occ.
παραλυτικούς — 1 Occ.

παρέλαβον — 6 Occ.
παρελάβοσαν — 1 Occ.
παραλεγόμενοι — 1 Occ.
παρελέγοντο — 1 Occ.
παραλίου — 1 Occ.
παραλλαγὴ — 1 Occ.
παραλογίζηται — 1 Occ.
παραλογιζόμενοι — 1 Occ.
παραλυτικῷ — 5 Occ.
παραλυτικὸν — 2 Occ.
παραλυτικούς — 1 Occ.
παραλελυμένα — 1 Occ.
παραλελυμένῳ — 1 Occ.
παραλελυμένοι — 1 Occ.
παραλελυμένος — 2 Occ.
παραμείνας — 1 Occ.
παραμένειν — 1 Occ.
παραμενῶ — 2 Occ.
παραμυθήσωνται — 1 Occ.
παραμυθεῖσθε — 1 Occ.


<< παραλυτικὸν
παραλυτικός

Englishman's Greek Concordance