μεγάλως
<< μεγαλυνθήσεται
μεγάλως

μεγάλως (megalōs) — 1 Occurrence

Philippians 4:10 Adv
BIB: ἐν κυρίῳ μεγάλως ὅτι ἤδη
NAS: in the Lord greatly, that now
KJV: in the Lord greatly, that now
INT: in [the] Lord greatly that already


Strong's Greek 3171
1 Occurrence


μεγάλως — 1 Occ.

μεγαλειότητι — 1 Occ.
μεγαλειότητος — 2 Occ.
μεγαλοπρεποῦς — 1 Occ.
ἐμεγάλυνεν — 2 Occ.
ἐμεγαλύνετο — 1 Occ.
Μεγαλύνει — 1 Occ.
μεγαλυνόντων — 1 Occ.
μεγαλύνουσιν — 1 Occ.
μεγαλυνθῆναι — 1 Occ.
μεγαλυνθήσεται — 1 Occ.
μεγαλωσύνη — 1 Occ.
μεγαλωσύνης — 2 Occ.
μέγα — 18 Occ.
μεγάλα — 8 Occ.
μεγάλαι — 1 Occ.
μεγάλαις — 1 Occ.
μεγάλας — 2 Occ.
μεγάλη — 69 Occ.
μεγάλην — 19 Occ.
μεγάλης — 16 Occ.


<< μεγαλυνθήσεται
μεγάλως

Englishman's Greek Concordance