λιθοβοληθήσεται
<< λιθοβολῆσαι
λιθοβοληθήσεται

λιθοβοληθήσεται (lithobolēthēsetai) — 1 Occurrence

Hebrews 12:20 V-FIP-3S
BIB: τοῦ ὄρους λιθοβοληθήσεται
NAS: THE MOUNTAIN, IT WILL BE STONED.
KJV: the mountain, it shall be stoned, or
INT: the mountain it will be stoned


Strong's Greek 3036
7 Occurrences


ἐλιθοβόλησαν — 1 Occ.
ἐλιθοβόλουν — 2 Occ.
λιθοβολῆσαι — 1 Occ.
λιθοβοληθήσεται — 1 Occ.
λιθοβολοῦσα — 2 Occ.

λιθασθῶσιν — 1 Occ.
λιθάζειν — 1 Occ.
λιθάζετε — 1 Occ.
λιθάζομέν — 1 Occ.
λίθινα — 1 Occ.
λίθιναι — 1 Occ.
λιθίναις — 1 Occ.
ἐλιθοβόλησαν — 1 Occ.
ἐλιθοβόλουν — 2 Occ.
λιθοβολῆσαι — 1 Occ.
λιθοβολοῦσα — 2 Occ.
λίθῳ — 10 Occ.
λίθων — 2 Occ.
λίθοι — 4 Occ.
λίθοις — 3 Occ.
λίθον — 26 Occ.
λίθος — 9 Occ.
λίθου — 2 Occ.
λίθους — 3 Occ.
Λιθόστρωτον — 1 Occ.


<< λιθοβολῆσαι
λιθοβοληθήσεται

Englishman's Greek Concordance