κατήγγειλαν
<< κατηγγείλαμεν
κατήγγειλαν

κατήγγειλαν (katēngeilan) — 1 Occurrence

Acts 3:24 V-AIA-3P
BIB: ἐλάλησαν καὶ κατήγγειλαν τὰς ἡμέρας
NAS: also announced these
INT: spoke also proclaimed the days


Strong's Greek 2605
18 Occurrences


καταγγέλλειν — 2 Occ.
καταγγέλλεται — 3 Occ.
καταγγέλλετε — 1 Occ.
καταγγέλλω — 2 Occ.
καταγγέλλων — 1 Occ.
καταγγέλλομεν — 1 Occ.
καταγγέλλουσιν — 4 Occ.
κατηγγείλαμεν — 1 Occ.
κατήγγειλαν — 1 Occ.
κατηγγέλη — 1 Occ.
κατήγγελλον — 1 Occ.

καταβραβευέτω — 1 Occ.
καταγγελεὺς — 1 Occ.
καταγγέλλειν — 2 Occ.
καταγγέλλεται — 3 Occ.
καταγγέλλετε — 1 Occ.
καταγγέλλω — 2 Occ.
καταγγέλλων — 1 Occ.
καταγγέλλομεν — 1 Occ.
καταγγέλλουσιν — 4 Occ.
κατηγγείλαμεν — 1 Occ.
κατηγγέλη — 1 Occ.
κατήγγελλον — 1 Occ.
κατεγέλων — 3 Occ.
καταγινώσκῃ — 2 Occ.
κατεγνωσμένος — 1 Occ.
κατεαγῶσιν — 1 Occ.
κατέαξαν — 2 Occ.
κατεάξει — 1 Occ.
καταχθέντες — 1 Occ.
καταγάγῃ — 1 Occ.


<< κατηγγείλαμεν
κατήγγειλαν

Englishman's Greek Concordance