καταβαρυνόμενοι
<< καταβαλλόμενοι
καταβαρυνόμενοι
κατεβάρησα >>
καταβαρυνόμενοι (katabarynomenoi) — 1 Occurrence
Mark 14:40
V-PPM/P-NMP
BIB:
οἱ ὀφθαλμοὶ
καταβαρυνόμενοι
καὶ οὐκ
INT:
the eyes
heavy
and not
Strong's Greek 2599
2 Occurrences
καταβαρυνόμενοι — 1 Occ.
κατεβάρησα — 1 Occ.
καταβήσῃ — 2 Occ.
καταβήσεται — 2 Occ.
κατάβηθι — 4 Occ.
καταβέβηκα — 2 Occ.
καταβεβηκότες — 1 Occ.
κατέβαινεν — 3 Occ.
κατέβη — 13 Occ.
κατέβην — 1 Occ.
κατέβησαν — 5 Occ.
καταβαλλόμενοι — 2 Occ.
κατεβάρησα — 1 Occ.
καταβάσει — 1 Occ.
καταβολὴν — 1 Occ.
καταβολῆς — 10 Occ.
καταβραβευέτω — 1 Occ.
καταγγελεὺς — 1 Occ.
καταγγέλλειν — 2 Occ.
καταγγέλλεται — 3 Occ.
καταγγέλλετε — 1 Occ.
καταγγέλλω — 2 Occ.
<< καταβαλλόμενοι
καταβαρυνόμενοι
κατεβάρησα >>
Englishman's Greek Concordance