διικνούμενος
<< διθάλασσον
διικνούμενος

διικνούμενος (diiknoumenos) — 1 Occurrence

Hebrews 4:12 V-PPM/P-NMS
BIB: δίστομον καὶ διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ
NAS: sword, and piercing as far
KJV: sword, piercing even to
INT: two-edged even penetrating as far as [the] division


Strong's Greek 1338
1 Occurrence


διικνούμενος — 1 Occ.

Διετίας — 1 Occ.
διηγήσαντο — 2 Occ.
διηγήσατο — 2 Occ.
διηγήσεται — 1 Occ.
διηγήσωνται — 1 Occ.
διηγοῦ — 1 Occ.
διηγούμενον — 1 Occ.
διήγησιν — 1 Occ.
διηνεκές — 4 Occ.
διθάλασσον — 1 Occ.
διαστάσης — 1 Occ.
διαστήσαντες — 1 Occ.
διέστη — 1 Occ.
διισχυρίζετο — 2 Occ.
δικαιοκρισίας — 1 Occ.
δικαία — 4 Occ.
δίκαιαι — 3 Occ.
δικαίαν — 2 Occ.
δικαίας — 1 Occ.
δίκαιε — 1 Occ.


<< διθάλασσον
διικνούμενος

Englishman's Greek Concordance