ἀποκαλύπτεσθαι
<< ἀποκαλύψει
ἀποκαλύπτεσθαι

ἀποκαλύπτεσθαι (apokalyptesthai) — 1 Occurrence

1 Peter 5:1 V-PNM/P
BIB: τῆς μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός
NAS: of the glory that is to be revealed,
KJV: of the glory that shall be revealed:
INT: of the about to be revealed glory [am] partaker


Strong's Greek 601
26 Occurrences


ἀπεκαλύφθη — 3 Occ.
ἀπεκάλυψας — 2 Occ.
ἀπεκάλυψέν — 2 Occ.
ἀποκαλυφθῇ — 2 Occ.
ἀποκαλυφθῆναι — 4 Occ.
ἀποκαλυφθήσεται — 3 Occ.
ἀποκαλυφθῶσιν — 1 Occ.
ἀποκαλύψαι — 3 Occ.
ἀποκαλύψει — 1 Occ.
ἀποκαλύπτεσθαι — 1 Occ.
ἀποκαλύπτεται — 4 Occ.

ἀποκαθιστάνεις — 1 Occ.
ἀπεκαλύφθη — 3 Occ.
ἀπεκάλυψας — 2 Occ.
ἀπεκάλυψέν — 2 Occ.
ἀποκαλυφθῇ — 2 Occ.
ἀποκαλυφθῆναι — 4 Occ.
ἀποκαλυφθήσεται — 3 Occ.
ἀποκαλυφθῶσιν — 1 Occ.
ἀποκαλύψαι — 3 Occ.
ἀποκαλύψει — 1 Occ.
ἀποκαλύπτεται — 4 Occ.
ἀποκαλύψει — 5 Occ.
ἀποκαλύψεις — 1 Occ.
ἀποκαλύψεων — 1 Occ.
ἀποκαλύψεως — 3 Occ.
ἀποκάλυψιν — 7 Occ.
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ — 1 Occ.
ἀποκαραδοκία — 1 Occ.
ἀποκαραδοκίαν — 1 Occ.
ἀποκαταλλάξαι — 1 Occ.


<< ἀποκαλύψει
ἀποκαλύπτεσθαι

Englishman's Greek Concordance