ἀνακαλυπτόμενον
<< ἀνακαινώσεως
ἀνακαλυπτόμενον

ἀνακαλυπτόμενον (anakalyptomenon) — 1 Occurrence

2 Corinthians 3:14 V-PPM/P-NNS
BIB: μένει μὴ ἀνακαλυπτόμενον ὅτι ἐν
NAS: remains unlifted, because
KJV: vail untaken away in the reading
INT: remains not revealed which in


Strong's Greek 343
2 Occurrences


ἀνακαλυπτόμενον — 1 Occ.
ἀνακεκαλυμμένῳ — 1 Occ.

ἀνελεῖν — 6 Occ.
ἀνέλωσιν — 3 Occ.
ἀναίτιοί — 1 Occ.
ἀναιτίους — 1 Occ.
ἀνεκάθισεν — 2 Occ.
ἀνακαινίζειν — 1 Occ.
ἀνακαινούμενον — 1 Occ.
ἀνακαινοῦται — 1 Occ.
ἀνακαινώσει — 1 Occ.
ἀνακαινώσεως — 1 Occ.
ἀνακεκαλυμμένῳ — 1 Occ.
ἀνακάμψαι — 2 Occ.
ἀνακάμψει — 1 Occ.
ἀνακάμψω — 1 Occ.
ἀνακειμένων — 4 Occ.
ἀνακειμένοις — 2 Occ.
ἀνακείμενος — 3 Occ.
ἀνακειμένου — 2 Occ.
ἀνακειμένους — 2 Occ.
ἀνέκειτο — 1 Occ.


<< ἀνακαινώσεως
ἀνακαλυπτόμενον

Englishman's Greek Concordance