συγκεκαλυμμένον
<< συνκαλοῦσιν
συγκεκαλυμμένον

συγκεκαλυμμένον (sunkekalummenon) — 1 Occurrence

Luke 12:2 V-RPM/P-NNS
BIB: Οὐδὲν δὲ συγκεκαλυμμένον ἐστὶν ὃ
NAS: But there is nothing covered up that will not be revealed,
KJV: there is nothing covered, that shall
INT: nothing moreover concealed up is which


Strong's Greek 4780

1 Occurrence

συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.

συνκαθήμενος — 1 Occ.
συνεκάθισεν — 1 Occ.
συνκαθισάντων — 1 Occ.
συνκακοπάθησον — 2 Occ.
συνκακουχεῖσθαι — 1 Occ.
συνεκάλεσαν — 1 Occ.
συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.
σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
<< συνκαλοῦσιν
συγκεκαλυμμένον

Englishman's Greek Concordance