κατασύρῃ
<< κατεστρώθησαν
κατασύρῃ

κατασύρῃ (katasurē) — 1 Occurrence

Luke 12:58 V-ASA-3S
BIB: μή ͜ ποτε κατασύρῃ σε πρὸς
NAS: with him, so that he may not drag you before
KJV: him; lest he hale thee to
INT: not ever he should drag away you to


Strong's Greek 2694

1 Occurrence

κατασύρῃ — 1 Occ.

κατασοφισάμενος — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.
καταστολῇ — 1 Occ.
κατεστραμμένα — 1 Occ.
κατέστρεψεν — 2 Occ.
καταστρηνιάσωσιν — 1 Occ.
καταστροφῇ — 2 Occ.
κατεστρώθησαν — 1 Occ.
κατασφάξατε — 1 Occ.
κατεσφραγισμένον — 1 Occ.
κατασχέσει — 1 Occ.
κατάσχεσιν — 1 Occ.
καταθέσθαι — 2 Occ.
κατατομήν — 1 Occ.
κατέδραμεν — 1 Occ.
καταφερόμενος — 1 Occ.
καταφέροντες — 1 Occ.
κατήνεγκα — 1 Occ.
<< κατεστρώθησαν
κατασύρῃ

Englishman's Greek Concordance