διορθώσεως
<< διορθωμάτων
διορθώσεως

διορθώσεως (diorthōseōs) — 1 Occurrence

Hebrews 9:10 N-GFS
BIB: μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα
NAS: until a time of reformation.
KJV: the time of reformation.
INT: until [the] time of setting things right imposed


Strong's Greek 1357
2 Occurrences


διορθωμάτων — 1 Occ.
διορθώσεως — 1 Occ.

δίκτυα — 8 Occ.
δίκτυον — 4 Occ.
διλόγους — 1 Occ.
διὸ — 53 Occ.
διώδευεν — 1 Occ.
Διοδεύσαντες — 1 Occ.
Διονύσιος — 1 Occ.
διόπερ — 2 Occ.
διοπετοῦς — 1 Occ.
διορθωμάτων — 1 Occ.
διορυχθῆναι — 2 Occ.
διορύσσουσιν — 2 Occ.
Διοσκούροις — 1 Occ.
διότι — 23 Occ.
Διοτρέφης — 1 Occ.
διπλᾶ — 1 Occ.
διπλῆς — 1 Occ.
διπλότερον — 1 Occ.
διπλοῦν — 1 Occ.
διπλώσατε — 1 Occ.


<< διορθωμάτων
διορθώσεως

Englishman's Greek Concordance