διεστέλλετο
<< διεστείλατο
διεστέλλετο

διεστέλλετο (diestelleto) — 2 Occurrences

Mark 7:36 V-IIM-3S
BIB: δὲ αὐτοῖς διεστέλλετο, αὐτοὶ μᾶλλον
NAS: And He gave them orders not to tell
KJV: he charged them,
INT: moreover them instructed they, exceeding

Mark 8:15 V-IIM-3S
BIB: καὶ διεστέλλετο αὐτοῖς λέγων
NAS: And He was giving orders to them, saying,
KJV: And he charged them, saying,
INT: And he instructed them, saying,


Strong's Greek 1291

7 Occurrences

διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 3 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.

διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 3 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
<< διεστείλατο
διεστέλλετο

Englishman's Greek Concordance