διαμερισθήσονται
<< διαμερίσατε
διαμερισθήσονται

διαμερισθήσονται (diameristhēsontai) — 1 Occurrence

Luke 12:53 V-FIP-3P
BIB: διαμερισθήσονται πατὴρ ἐπὶ
NAS: They will be divided, father against
KJV: The father shall be divided against
INT: Will be divided father against


Strong's Greek 1266

12 Occurrences

διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.

διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.
διαμερισμόν — 1 Occ.
διανεμηθῇ — 1 Occ.
διανεύων — 1 Occ.
<< διαμερίσατε
διαμερισθήσονται

Englishman's Greek Concordance