διαμερισμόν
<< διεμέριζον
διαμερισμόν

διαμερισμόν (diamerismon) — 1 Occurrence

Luke 12:51 N-AMS
BIB: ἀλλ' ἢ διαμερισμόν.
NAS: you, no, but rather division;
KJV: but rather division:
INT: but-rather rather division;


Strong's Greek 1267

1 Occurrence

διαμερισμόν — 1 Occ.

διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.
διανεμηθῇ — 1 Occ.
διανεύων — 1 Occ.
διανοήματα — 1 Occ.
διανοίᾳ — 5 Occ.
διάνοιαν — 4 Occ.
διανοίας — 2 Occ.
διανοιῶν — 1 Occ.
Διανοίχθητι — 1 Occ.
διανοίγων — 1 Occ.
διανοῖγον — 1 Occ.
<< διεμέριζον
διαμερισμόν

Englishman's Greek Concordance